Η ΚΡΗΤΙΚΟΠΟΥΛΑ ΗΤΟΙ ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΟΥ 1866

ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΒΙΒΛΙΟΥΤη Δευτέρα 18 Νοεμβρίου ο «Περίπλους» βρέθηκε στην αίθουσα της παλιάς Βουλής όπου στεγάζεται το Εθνολογικό Ιστορικό Μουσείο σε μια εκδήλωση για τα 100 χρόνια από την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Επρόκειτο για μια συνδιοργάνωση της Περιφέρειας Κρήτης- Περιφερειακής Ενότητας Χανίων, του Ιστορικού Αρχείου Κρήτης, του κληροδοτήματος «Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη» και του Ναυτικού Μουσείου Κρήτης.

Όλοι αυτοί οι θεσμικοί παράγοντες επέλεξαν σαν πρώτη σειρά των εκδηλώσεων για τον εορτασμό της 100ης επετείου της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα να παρουσιάσουν το ντοκιμαντέρ του Φώτη Κωνσταντινίδη και την επανέκδοση του βιβλίου «Η Κρητικοπούλα» του αγωνιστή Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη.

Το ντοκιμαντέρ, όπως είναι φανερό και από τον τίτλο του, παρουσίασε μια αναπαράσταση του κρατικού ξεσηκωμού του 1866 στον οποίο είχε λάβει μέρος ο Χατζή Μιχάλη Γιάνναρης. Η «Κρητικοπούλα» ήταν μια έμμετρη αφήγηση της ίδιας εξέγερσης γραμμένη από τον αγωνιστή Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη.

Αξίζει να αναφερθούν πρώτα, ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα και οι συνθήκες υπό τις οποίος έγινε η συγγραφή, γιατί έτσι παρέχεται η ευκαιρία να αξιολογηθεί πληρέστερα η ιστορική αξία των πληροφοριών που δίνονται στο ποίημα, αλλά και η καλλιτεχνική του αξία.

Ο Χατζή Μιχάλης Γιάνναρης γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1830 στο χωριό Λάκκοι της επαρχίας Κυδωνίας της Κρήτης. Η οικογένειά του καταγόταν από τον Σκουλή Κόκκο ο οποίος ήρθε στη Κρήτη από το Βυζάντιο και εγκαταστάθηκε στους Λάκκους πιθανόν το 1692, μετά αφ' ότου έγινε η αποτυχημένη προσπάθεια των Ενετών να ανακαταλάβουν την Κρήτη. Ο Κόκκος απέκτησε τρία παιδιά. Ένας από τους γιούς του, ο Γιάννης Κόκκος, ή Γιάνναρος λόγω του πελώριου αναστήματός του, ήταν γενάρχης της οικογένειας των Γιαννάρηδων. Ο Γιάνναρος ήταν ο προπάππους του Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη. Η οικογένεια στην διάρκεια του 18ου και 19ου αιώνα ανέδειξε σπουδαίους αγωνιστές εναντίον των Τούρκων. Ο πατέρας του Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη ήταν καταρχήν επαναστάτης και στη συνέχεια ιερεύς και στα 1848 μαζί με τα δύο από τα τέσσερα παιδιά του, τον Μιχάλη και τον Παναγιώτη πήγανε για οκτώ μήνες ως προσκυνητές στους Αγίους Τόπους. Από τότε ο Μιχάλης πήρε και την προσωνυμία Χατζής.

Νέος ο Χατζή Μιχάλης υπήρξε ατίθασος και έλαβε μέρος στον ξεσηκωμό του 1855. Για τη συμμετοχή του συνελήφθη και φυλακίστηκε πρώτα στον Φιρκά και αργότερα στο φρούριο του Ρεθύμνου. Επιχείρησε να δραπετεύσει, τραυματίστηκε, συνελήφθη και τελικά αποφυλακίστηκε με τη μεσολάβηση των αρχών και αφού πληρώθηκε το μεγάλο ποσόν που είχε συγκεντρωθεί με έρανο. Στο κίνημα του 1858 λαμβάνει πάλι μέρος, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και μεταφέρεται στις φυλακές του Ηρακλείου, από όπου αποφυλακίζεται με τον όρο να χρησιμοποιήσει την επιρροή του για να παύσουν οι συμπατριώτες του να αναζητούν την προστασία της Γαλλίας και του παπισμού.

Το 1860 έφυγε για την Ελλάδα με σκοπό να καταταχθεί στο επίλεκτο Τάγμα των Κρητών. Μετά τη διάλυση του Τάγματος λίγο πριν την έξωση του Όθωνα επιστρέφει κρυφά στην Κρήτη. Συλλαμβάνεται εκ νέου, φυλακίζεται, αποδρά και ζει φυγόδικος στα βουνά μέχρι που του δίνεται αμνηστία. Έλαβε ουσιαστικό μέρος στην επανάσταση του 1866-69 και αναδείχθηκε γενικός αρχηγός της επαρχίας της Κυδωνίας. Με θάρρος και πίστη ηγείτο του επαναστατικού σώματος και κατόρθωνε πάντα να διαφεύγει τον κίνδυνο. Οι Τούρκοι τον ονόμαζαν «καρά σεϊτάν» δηλαδή μαύρο διάβολο. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1866 ο Μουσταφά Πασάς για να τον εκδικηθεί κατέστρεψε εκ θεμελίων το σπίτι του και πυρπόλησε τους Λάκκους.

Τα δύο αδέρφια του ο Χατζή Παναγιώτης και ο Αντώνης σκοτώθηκαν στην επανάσταση του 1866.

Η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων ήταν εκείνη που έκαμψε την επανάσταση εκείνης της περιόδου. Ο Χατζή Μιχάλης κατέφυγε στη Σαμαριά μαζί με τα παλικάρια του αγωνιζόμενος μέχρι το τέλος, ώσπου αναγκάστηκε να παραδοθεί αφού του δόθηκε αμνηστία. Ο Τούρκος διοικητής Χουσεΐν Αυνή Πασάς τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη και τον έθεσε σε κατ' οίκον περιορισμό. Με ενέργειες των ομογενών της πόλης ο Χατζή Μιχάλης συναντήθηκε με τον Πατριάρχη και τον έπεισε να σταλούν χρήματα για την ανοικοδόμηση της Μονής Αρκαδίου. Τελικά δραπέτευσε και με τη βοήθεια του Ρώσου Πρέσβη κατέφυγε στη Ρωσία.

Διέμεινε αρχικά στην Οδησσό. Η Ρωσία τιμώντας τους αγώνες του και την πίστη του ότι αυτή και μόνο αυτή, ως ομόδοξη θα μπορούσε να βοηθήσει την Κρήτη και την Ελλάδα, του χορήγησε μια τιμητική μηνιαία αμοιβή. Εγκαταστάθηκε στο Ταϊγάνι έως την άνοιξη του 1877.

Κατά την παραμονή του στο Ταϊγάνι με την προτροπή της πλούσιας αρχόντισσας της εκεί ελληνικής παροικίας Ευγενίας Σκαραμαγκά άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματα και τα πάθη της ζωής του. Όπως είναι φυσικό το έργο του «Η Κρητικοπούλα» αναφέρεται στη μεγάλη κριτική επανάσταση 1866-69. Έγραψε για να μη λησμονηθούν οι αγώνες των συμπολεμιστών του και για να αφήσει παράδειγμα ζωής για τους νέους.

Τον Δεκέμβρη του 1877 μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι έφτασε στην Κρήτη και ηγήθηκε της επανάστασης του 1878. Διακρίθηκε στις μάχες του Αλικιανού, των Κεραμειών και των Λάκκων. Η επανάσταση αυτή έληξε με τη συνθήκη της Χαλέπας και ο Χατζή Μιχάλης έφυγε στην Αθήνα. Το 1877 επανήλθε στην Κρήτη για να συμμετάσχει στην τότε Κρητική επανάσταση, πολέμησε στη μάχη των Λειβαδιών και ευτύχησε να δει την Κρήτη αυτόνομη υπό την αρμοστεία του Πρίγκιπα Γεωργίου. Την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας διορίστηκε από τον Πρίγκιπα βουλευτής Χανίων. Το 1912 και ενώ είχε περάσει πλέον τα 80 εξελέγη ομόφωνα Πρόεδρος της Διοικούσας Επαναστατικής Επιτροπής, αξίωμα που αντιστοιχούσε σε αυτό του Πρωθυπουργού.

Την 1η Δεκεμβρίου 1913 στην επίσημη τελετή της Κρητικής ελευθερίας και της Ένωσης με την μητέρα Ελλάδα αντιπροσώπευε όλους τους Κρήτες αγωνιστές κρατώντας και παραδίδοντας στον Βασιλέα Κωνσταντίνο την ιστορική σημαία που είχαν επιχειρήσει οι Κρήτες να υψώσουν στον Φιρκά το 1909 και της οποίας την υποστολή είχαν απαιτήσει τότε οι Μεγάλες Δυνάμεις.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο κτήμα του στο Μάλεμε. Στις 20 Ιουλίου 1916 έφυγε από τη ζωή. Το ιστορικό έπος «Η Κρητικοπούλα» το οποίο συνετέθη στο 1874 αποτελείται από 4029 ιαμβικούς ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους και χωρίζεται σε 157 κεφάλαια. Το ποίημα είναι συγκινησιακά φορτισμένο καθώς εξιστορεί τα βιώματα του ποιητή από τον πόλεμο. Δεν μελετά ιστορικές πηγές για να γράψει το έπος. Γράφει ό, τι έζησε και ό, τι ξέρει από αυτόπτες μάρτυρες.

Πριν φύγουμε τελείως από το θέμα λίγα λόγια για την κρητική επανάσταση του 1866 αναφέρονται παρακάτω. Η επανάσταση του Κρητικού λαού για την ελευθερία ήταν η Πέμπτη μέσα στον 19ο αιώνα. Οι Κρητικοί επαναστάτησαν το 1821 μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες, όμως παρά τις σποραδικές επιτυχίες η επανάσταση καταπνίγηκε. Το 1828 ένα καινούργιο κίνημα κατεστάλη από τον Μοχάμετ Άλη της Αιγύπτου υπό τον έλεγχο του οποίου πέρασε το νησί. Το 1840 η Κρήτη πέρασε πάλι στον άμεσο έλεγχο της Υψηλής Πύλης. Το 1841 και 1858 οι Κρητικοί επαναστάτησαν πάλι. Από την επανάσταση του 1858 αναγνωρίσθηκαν κάποια δικαιώματα στους Κρητικούς καθώς και αριθμός κανονιστικών μέτρων σχετικά με το χριστιανικό δίκαιο και την απόλυτη ελευθερία άσκησης της θρησκείας. Στις 21 Αυγούστου 1866 κηρύχθηκε επίσημα η επανάσταση με αίτημα όπως πάντα την ελευθερία και την ένωση με την Ελλάδα. Στις ΗΠΑ αναπτύχθηκε φιλελληνική κίνηση με στόχο την αποστολή τροφοδοσίας και ιματισμού στους εξεγερμένους.

Η Ελλάδα όπως ήταν φυσικό εξέφρασε τη συμπάθειά της προς την εξέγερση και προσπάθησε συγκεκαλυμμένα να βοηθήσει και να ενισχύσει τους επαναστάτες. Οι Οθωμανοί διαθέτοντας αξιόλογο Ναυτικό κήρυξαν αποκλεισμού του νησιού. Το ελληνικό κράτος παρά την αδύναμη υπόσταση του οργάνωσε ειδικό στολίσκο εμπορικών εξοπλισμένων ατμόπλοιων ελικοφόρων και τροχήλατων τα οποία διασπούσαν τον αποκλεισμό και εφοδίαζαν τους εξεγερμένους. Στο στολίσκο συμμετείχαν η «Ύδρα» και το «Πανελλήνιον» και αργότερα προστέθηκαν η «Ένωσις» , η «Κρήτη» και το «Αρκάδι». Τα πλοία αυτά που ονομάσθηκαν «ρήκτες αποκλεισμού» είχαν πλοιάρχους του εμπορικού ναυτικού και πληρώματα υπαξιωματικούς και ναύτες αποσπασμένους από το Υπουργείο Ναυτικών.

Πολλά μπορούν να γραφτούν για αυτήν την εποποιία της διάσπασης του αποκλεισμού επί τρία χρόνια και του ηρωισμού που επέδειξαν οι Πλοίαρχοι και τα πληρώματα των «Ρηκτών». Τον Νοέμβριο του 1866 οι οθωμανικές δυνάμεις πολιόρκησαν τη Μονή Αρκαδίου στην οποία ήταν εγκατεστημένο το Αρχηγείο των Επαναστατών. Στην Μονή υπήρχαν 259 πολιορκημένοι υπερασπιστές και 700 γυναικόπαιδα. Μετά από συγκρούσεις ολίγων ημερών οι Οθωμανοί έσπασαν τον κλοιό και εισήλθαν στον περίβολο της Μονής. Ανήμερα των Ταξιαρχών 8 Νοεμβρίου ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης από το χωριό Άδελε του Ρεθύμνου έβαλε φωτιά στην πυριταποθήκη και την ανατίναξε στέλνοντας στην αθανασία όλα τα γυναικόπαιδα και τους ανήμπορους για μάχη που είχαν προτιμήσει τον έντιμο θάνατο, από την ατίμωση της δουλείας στους Τούρκους.

Η θυσία της Μονής Αρκαδίου συγκίνησε όλο τον πολιτισμένο κόσμο και έγινε αφορμή να αναπτυχθεί στην Ευρώπη ένα κύμα φιλελληνισμού και φιλικού κλίματος προς την Κρητική υπόθεση. Ο Βίκτωρ Ουγκώ έγραψε γι' αυτήν παραλληλίζοντας το Αρκάδι με το Μεσολόγγι. Παρά ταύτα όμως η δικαίωση για τον Κρητικό λαό δεν ήρθε ούτε τότε. Θα αργούσε άλλα 30 χρόνια για την αυτονομία της Κρήτης και άλλα 45 για την Ένωσή της με την Ελλάδα.

Το ποίημα του Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη δημοσιοποιήθηκε σε πρώτη έκδοση το 1894 και επανεκδίδεται και τώρα. Στόχος είναι να καταστήσει γνωστό στους νεότερους ένα αξιόλογο έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας και παράλληλα να αποτελέσει το κίνητρο για μελέτη και γνώση των αλλεπάλληλων και συνεχών εξεγέρσεων των Κρητών αγωνιστών μέχρι να επιτευχθεί η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Περιοδικό «Περίπλους Ναυτικής Ιστορίας» Έκδοση Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος.
Γιάννης Παλούμπης